Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

ΤΟ ΠΟΥΛΙ



Τύλιξα τα δάχτυλά  μου στην καρδιά του
Το τσόφλι αβγού είχε ήδη αρχίσει να ραγίζει
Το μικρό ράμφος χτυπούσε αδυσώπητα τον ουρανό
μέχρι που έφαγε ένα κομμάτι ορίζοντα

Το αίμα ξεπήδησε ζεστό
σκορπίστηκε απ’ άκρη σ’ άκρη
σε χιλιάδες σωληνώσεις
βαρύ και γρήγορο

Νομίζω:
Είναι το ίδιο πουλί –που δεν ξέρω πότε-
θα πετάξει έξω απ’ τα ανοιχτά σου δόντια
μην μπορώντας να σπάσει τον τελευταίο ορίζοντα

Τότε θα ‘χει (ή είχε) το χρώμα του αμέθυστου
τώρα
μου διαφεύγει τ’ όνομά του

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου