Πέμπτη, 14 Ιουνίου 2012

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ


πολύ καλοκαίρι
μεσημέρι
και ζέστη
κι η κληματαριά
μ’ αυτό το άσπρο το θαμπό του ουρανού
και η πόλη
που απλώνεται και λιώνει
και η μυστική ησυχία
αυτή η μεσημεριανή συνωμοσία
και το σκούρο σώμα με τις τρίχες που λάμπουν
και ο καφές που ζεσταίνεται αλλά τον πίνεις
και κάτι ήχοι απροσδιόριστοι
κι αυτή η ακινησία
και το περιστέρι στη σκεπή της εκκλησίας
που αγναντεύει την ιδέα της θάλασσας
κι ακόμα αυτή η θάλασσα
που –καθώς δεν είσαι περιστέρι- δεν τη βλέπεις
αλλά πως την μυρίζεις!
αυτή η αλμύρα
από τη θάλασσα και στον ιδρώτα
όλα μια στάλα πιο άγρια
κι ο έρωτας
πιο άγριος
και τα σεντόνια
ελεύθερα
κι ο χρόνος
που -τώρα ξέρεις- δεν θα τελειώσει ποτέ
γιατί πάντα καλοκαίρι, μεσημέρι, μακροβούτια
κι εσύ
αγνός και άγριος
για πάντα εσύ
ψυχή σαν μια γιορτή στην άμμο
και στον βράχο επάνω εσύ
σαν φως που χτυπά
από στιγμή σε στιγμή
από τον πεύκο στην ακτή
απ’ το νερό στον ουρανό
και γίνεσαι αστέρι
καλοκαίρι

2 σχόλια:

  1. Αν ήμουν περιστέρι δε θα κοιτούσα τη θάλασσα. Θα πετούσα κάθε μέρα στο μπαλκόνι σου να κρυφοκοιτάξω τα ποιήματά σου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Mr. Kelepouris! Τι όμορφο το σχόλιό σας & πόσο αργοπορημένη η απάντηση μου...! 3 μήνες μετά, μια ολόκληρη εποχή!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή