Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

ΠΕΡΙ ΠΤΗΝΩΝ

Ας κλείσουν όλες οι καλειδοσκοπικές βεντάλιες των ψεμάτων
Ας κλείσουν οι ομπρέλες της ψευδοβροχής
Είναι που καίγομαι γρήγορα, ένα αυτοπυρπολούμενο φυτίλι
τρώω –ή τρώγομαι-  άγρια κλαδιά και σαπισμένα φύλλα
και μόνο οι ερωδιοί κάνουν παρέα με τα νούφαρα
ή μετρούν από ψηλά τους κύκλους των λιμνών
Πρέπει νερό – μου πρέπει νερό-
κι όπλο το ράμφος του ερωδιού
αυτού του πουπουλένιου κτήνους
-το ‘χει, νομίζεις, για να το σπρώχνει διακριτικά σε ανθισμένους
κώνους –σαν το κοράλλι, την ντατούρα, το λίλιουμ ή τον ιβίσκο-
μα αυτό τσιμπάει φίδια, ψάρια, ποντίκια και λαγούς
Χειροκροτώ τα πούπουλα και πέφτει από το δέρμα μου σκόνη – σκόνη
γεμίζει ο αέρας σκόνη –σκόνη- κόκκους – ομίχλη
μα εγώ έχω μικρά φτερά σαν κολιμπρί
-χτυπιέμαι αλλεπάλληλα- κι ούτε που διώχνω την θολούρα
Με μάτια κλειστά ίσως να δω πιο καθαρά – τις υφές
το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον πλανήτη – οι υφές
και οι αλήθειες των σχημάτων – μια αραμπέσκ, ένα προφίλ,
η κάτοψη ενός βουνού, ακόμα ενός φρούτου.
Το σχήμα της διαφάνειας, η άφαντη γραμμή, το όριο της λάμψης,
η μέτρηση της απαλότητας
Καυχιόμαστε γι’ ανώτερα θηλαστικά, μα όλοι ερχόμαστε με ένα αυγό
Ίσως αυτό να μην κατόρθωσα ν’ αποδεχτώ
κι έτσι τσουγκρίζω και ραγίζω επανειλημμένα το αόρατο τσόφλι μου
(τι αόρατο σχήμα!)
κι όταν αγκαλιάζω άλλον, μόνο το αυγό μου αγκαλιάζω
Και ποτέ δεν είμαι γυμνός – είμαι μέσα στ’ αυγό μου
κόκκινος και ντροπαλός μες στο σκοτάδι μου –το λίγο φως
που βλέπω απ’ τις ραγισματιές
Πίνω από ‘μένα, τρώω από ‘μένα – μου μιλάω και μ’ ακούω
(όποτε το θυμηθώ…)
Είμαι σφιχτός και στρογγυλός –γι’ αυτό αγαπάω τόσο τους πλανήτες
Είμαι τ’ αυγό του ερωδιού –ίσως του μοιάσω κάποτε
Ίσως βγάλω δόντια αδαμάντινα, σπάσω την τόσο οικεία πανοπλία,
κλαδέψω απ’ την αρχή όλους τους κήπους
και γίνω ο πρώτος φυτοφάγος ερωδιός
Ή ίσως και όχι φυτοφάγος –γιατί αυτό που θαύμασα σε τούτο το πτηνό
είναι τα κτηνώδη του πούπουλα


-πώς να γελαστούμε με το περίπου;-