Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Δεν ήξερα πως πίσω από τα τρομαχτικά σου δόντια
μια γλώσσα βελούδινη
χοντρή και κάπως …να… δειλή
κοιμόταν έναν ύπνο δίχως όνειρα.
Σαν να μην μου ‘φτανε ο ένας πυρετός
ήθελα κι άλλον έρωτα στην πλάτη μου.
Ξεκίνησα λοιπόν κι εγώ για τα λευκά τοπία
ένα χαρτί χιόνι ή λίγος πάγος
ή και ο περσινός ασβέστης.
Μια διαγραφή μια νέα αρχή
και ήταν άλλος αυτός που έζησε (ή μόνο είπε) όλ’ αυτά.
Εγώ είμαι μονάχα η προσπάθεια να θυμηθώ
όλα όσα ήμουν μέχρι σήμερα
…και τώρα;

ένα διάστημα ως την επόμενη ανάμνηση.

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

misafir 01


http://issuu.com/misafirmag/docs/misafir_01_teliko
http://www.misafir.gr/

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2014

ξέρω κι εγώ..

Δεν παίρνω στο διαμέρισμα το σκυλί. Το θέλω για εμένα, να κλειδώνομαι. Ανάξιος τριχώματος – η σκέψη μου ξυρίζει. Που δεν μου δόθηκε η χάρις του αδέσποτου –αυτό με βασανίζει. Μόν’ είπα δέσποτα και δεσποσύνες, σχωράτε με που έγινα δεσποτικός. Εγώ ο αντιεξουσιαστής που εξουσίασα σκληρά τις πιο αθώες σκέψεις, τις πιο βαθιές ουσίες μου. Τον σκύλο, τον λύκο, την γάτα, τα ζουμιά. Βοηθάτε γιατί χύνομαι και ή θα πνίξω ή που θα στεγνώσω. Μοιάζει η βόλτα αυτή η κυκλική με αποχυμωτή ψυχών. Με έστυψαν, σου λέω και πού να με πετάξω; Παρηγοριέμαι μόνο όταν με τηλεσκόπιο κοιτάζω απ’ αλλού, κοιτώντας από άλλο γαλαξία ή σύμπαν ή πλατεία –πες το όπως θες. Παρηγοριέμαι με τα μεγέθη, γιατί είμαι τόσο λίγος που απουσιάζω. Γιατί είμαι τόσο μικρός που μοιάζω με αστείο. Η αντίδραση μιας στάλας λεμονιού στο μάτι. Τσουχτερό – αστείο. Μαύρο, πικρό χιούμορ κάποιας συμπαντικής ηλιθιότητας. Τόσης που να με κάνει στα μέσα της ζωής μου πανζουρλισμένος να ξεσπώ σε κείμενα εφηβικά.

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

ΠΕΡΙ ΠΤΗΝΩΝ

Ας κλείσουν όλες οι καλειδοσκοπικές βεντάλιες των ψεμάτων
Ας κλείσουν οι ομπρέλες της ψευδοβροχής
Είναι που καίγομαι γρήγορα, ένα αυτοπυρπολούμενο φυτίλι
τρώω –ή τρώγομαι-  άγρια κλαδιά και σαπισμένα φύλλα
και μόνο οι ερωδιοί κάνουν παρέα με τα νούφαρα
ή μετρούν από ψηλά τους κύκλους των λιμνών
Πρέπει νερό – μου πρέπει νερό-
κι όπλο το ράμφος του ερωδιού
αυτού του πουπουλένιου κτήνους
-το ‘χει, νομίζεις, για να το σπρώχνει διακριτικά σε ανθισμένους
κώνους –σαν το κοράλλι, την ντατούρα, το λίλιουμ ή τον ιβίσκο-
μα αυτό τσιμπάει φίδια, ψάρια, ποντίκια και λαγούς
Χειροκροτώ τα πούπουλα και πέφτει από το δέρμα μου σκόνη – σκόνη
γεμίζει ο αέρας σκόνη –σκόνη- κόκκους – ομίχλη
μα εγώ έχω μικρά φτερά σαν κολιμπρί
-χτυπιέμαι αλλεπάλληλα- κι ούτε που διώχνω την θολούρα
Με μάτια κλειστά ίσως να δω πιο καθαρά – τις υφές
το μεγαλύτερο ενδιαφέρον στον πλανήτη – οι υφές
και οι αλήθειες των σχημάτων – μια αραμπέσκ, ένα προφίλ,
η κάτοψη ενός βουνού, ακόμα ενός φρούτου.
Το σχήμα της διαφάνειας, η άφαντη γραμμή, το όριο της λάμψης,
η μέτρηση της απαλότητας
Καυχιόμαστε γι’ ανώτερα θηλαστικά, μα όλοι ερχόμαστε με ένα αυγό
Ίσως αυτό να μην κατόρθωσα ν’ αποδεχτώ
κι έτσι τσουγκρίζω και ραγίζω επανειλημμένα το αόρατο τσόφλι μου
(τι αόρατο σχήμα!)
κι όταν αγκαλιάζω άλλον, μόνο το αυγό μου αγκαλιάζω
Και ποτέ δεν είμαι γυμνός – είμαι μέσα στ’ αυγό μου
κόκκινος και ντροπαλός μες στο σκοτάδι μου –το λίγο φως
που βλέπω απ’ τις ραγισματιές
Πίνω από ‘μένα, τρώω από ‘μένα – μου μιλάω και μ’ ακούω
(όποτε το θυμηθώ…)
Είμαι σφιχτός και στρογγυλός –γι’ αυτό αγαπάω τόσο τους πλανήτες
Είμαι τ’ αυγό του ερωδιού –ίσως του μοιάσω κάποτε
Ίσως βγάλω δόντια αδαμάντινα, σπάσω την τόσο οικεία πανοπλία,
κλαδέψω απ’ την αρχή όλους τους κήπους
και γίνω ο πρώτος φυτοφάγος ερωδιός
Ή ίσως και όχι φυτοφάγος –γιατί αυτό που θαύμασα σε τούτο το πτηνό
είναι τα κτηνώδη του πούπουλα


-πώς να γελαστούμε με το περίπου;-

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Η πανούκλα

«Δεν μπορώ να εξαπλωθώ…» είπε η πανούκλα στον γιατρό.
«Φοβάμαι…»
Ο γιατρός της έριξε μια ερωτηματική ματιά. Ύστερα –όπως όλοι υπολογίζουν- τη ρώτησε γιατί.
«Φοβάμαι να εξαπλωθώ γιατί… ούσα ο εαυτός μου κανείς δεν θα με αγαπήσει. Όχι μόνο δεν θα με αγαπήσουν, αλλά ακόμα χειρότερα, θα με μισούν. Θα με μισούν θανάσιμα, όπως κάνουν με οτιδήποτε βαφτίζουν άσχημο (ή άσημο όταν ξεχνούν να βάλουνε το χι). Με ό,τι οι άνθρωποι δεν μπορούν να συμφιλιωθούν, το βάφουνε μαύρο και το πετάνε στα τρίσβαθα σκοτάδια της ψυχής τους. Δεν υπάρχει τέτοιο σκοτάδι πουθενά αλλού στο Σύμπαν. Κι αυτό γιατί η ψυχή είναι μη-τόπος, κατάλαβες; και ο πάτος της δεν φανερώνεται ποτέ. Μπορεί και να μην έχει πάτο. Οπότε, λέω να μην εξαπλωθώ».
«Μα τότε δεν θα είσαι εσύ» αποκρίθηκε ο γιατρός.
Η πανούκλα σώπασε. Ήδη το ένιωθε, άρα και το ήξερε: δεν ήταν αυτή.
«Προτιμάς την ανυπαρξία απ’ το να σε μισούν;»
Την περίμενε αυτή την ερώτηση η πανούκλα –ασχέτως αν δεν την είχε ντύσει με λέξεις στο κεφάλι της, όπως εύστοχα έκανε ο γιατρός. Όπως, βέβαια, περίμενε και την έλλειψη απάντησης εκ μέρους της. Και ο γιατρός δεν έμοιασε να εκπλήσσεται που η πανούκλα δεν μπόρεσε στο υπόλοιπο της συνεδρίας να βρει διέξοδο. Στη λήξη της ώρας, τον ευχαρίστησε –και πραγματικά το εννοούσε- μα, με σκυφτό κεφάλι και βήμα διακριτικό, γλίστρησε έξω απ’ το γραφείο.
Ο γιατρός έμαθε πολλά από την πανούκλα. Κάθε συνεδρία –εφτά μπόρεσαν να ολοκληρώσουν- ήταν μια αποκάλυψη γι’ αυτόν και τον αβέβαιο, τελικά, κόσμο του. Δεν μπόρεσε όμως όλα αυτά να τα διαχειριστεί κι ένα πρωί μπήκε στο αυτοκίνητό του, κατέβηκε στο λιμάνι –σκέφτηκε προς ώρας να μπει στο πρώτο πλοίο που θα μπάρκαρε, αλλά ούτε που τελείωσε τη σκέψη- πάτησε το γκάζι τέρμα, του ‘φυγε λίγο το τιμόνι δεξιά αριστερά και πήγε να αναμετρήσει τον πάτο της ψυχής του με την άβυσσο. Κανείς δεν ξέρει ποιος νίκησε.
Η πανούκλα χάθηκε απ’ το προσκήνιο για πολύ καιρό. Όλα αυτά τα χρόνια, στενάχωρη και μελαγχολική, πάλευε με ανθρώπινα επίθετα: άσχημη, κακή, μιαρή, μεταδοτική, θανατηφόρα, νοσηρή. Σε μισούμε, πανούκλα! Όλα αυτά τα χρόνια δεν άγγιξε κανέναν. Έχανε σιγά σιγά τον εαυτό της, αυτό που ήξερε να είναι. Αυτό που ήθελε, έπαψε να είναι. Και άφηνε απλά τις μέρες να περνάνε και τις νύχτες, έδιωχνε τους χειμώνες στην ανακύκλωση του χρόνου, την άνοιξη κοιμόταν αδιάκοπα χωρίς σηκωμό, μισάνοιγε τα μάτια και ήταν καλοκαίρι κι εκείνη πάλευε με το ίδιο της το είναι την ύπαρξή της, τον πόθο, τον πόθο να αγγίξει, να μπει σε κάποιο σώμα.
Μέχρι που κάποια μέρα, δεν άντεξε… Ήταν φθινόπωρο. Ξεσκισμένη από την καλοκαιρινή της μάχη με αυτό που μέσα της ήταν και ταυτόχρονα, όπως γίνεται σε τέτοιους τσακωμούς, φουντωμένη και πλήρης δυνάμεων, αυτή η εξωφρενική φιγούρα βγήκε από μέσα της. Και πιο γρήγορα από ποτέ, ταχύτατη σαν πτώση φεγγαριού πίσω από βουνό τον Αύγουστο, ξεχύθηκε στον κόσμο προσφέροντας τον πιο ηδονικό της εαυτό. Ερωτεύτηκε, αγκάλιασε, ασέλγησε, τρίφτηκε, πόθησε, χειμαρρωδώς αγάπησε όλη την ανθρωπότητα. Έψαξε και τον γιατρό, που πολύ είχε συμπαθήσει, αλλά τα ίχνη του είχαν χαθεί. Κάποιοι είχαν πει ότι τις νύχτες κάτι κολυμπούσε με έναν φωσφορίζοντα φακό στ’ ανοιχτά του λιμανιού.

Για τους ανθρώπους, τα πράγματα δεν συνέβησαν έτσι ακριβώς. Και πάλι η απουσία του γιατρού ήταν αισθητή σε αυτό το ξεκαθάρισμα. Μετά από έναν αιώνα σιωπής, εκατό χρόνια προετοιμασίας, η πανούκλα πήρε την εκδίκησή της. Γέμισε μίσος για τους ανθρώπους, για όλα τα ζωντανά –ξαφνικά οι άνθρωποι είπανε πως αγαπούν τα ζώα- ζήλεια και φθόνος την κατέκλυσαν για κάθε τι υγειές. Στην καρδιά της έτρεφε τα πιο απεχθή αισθήματα. Όμως περίμενε. Με νύχια και με δόντια σφιγγόταν και κρατιόταν, για να μην αποτύχει η επίθεσή της. Σχεδίαζε το μεγαλύτερο κακό που είχε δει ποτέ ανθρώπου μάτι. Πόση ασχήμια έκρυβε μέσα της, τέλος πάντων; αναρωτιούνταν τα αθώα ανθρωπάκια. Περίμενε όμως υπομονετικά –την βοήθησε και ο διαλογισμός σε αυτό και η ατσαλένια της καρδιά- και όταν όλο της το σώμα φούσκωσε κακία και θυμό, βγήκε έξω και σάρωσε οτιδήποτε ζωντανό στο πέρασμά της. Τίποτα δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί σ’ αυτή τη βία. Λίγη συμπόνια ένιωσε μονάχα, λένε, κάποια στιγμή για έναν γιατρό που την κούραρε, αλλά αυτός ευτυχώς είχε ήδη πεθάνει. 

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

















33 ΧΡΟΝΙΑ...



Τριαντατρία χρόνια τώρα, φιλοξενώ περαστικούς και επισκέπτες.
Άλλους για λίγο, άλλους για πολύ, άλλους για πάντα.
Μέσα σε ένα σώμα τόσοι μουσαφίρηδες κατρακυλάνε, σπρώχνονται, μετακινούνται.

Μένει μέσα μου λίγο απ’ τον μπαμπά μου, τη μαμά μου, φιλοξένησα για λίγο το παιδί μου, φιλοξενώ το σώμα του εραστή μου, τους ήχους των γειτόνων, τις φωνές μες στο κεφάλι μου, τον homoerectus, τον sapiens και αυτόν του νεάντερνταλ.

Φιλοξενώ μνήμες και ήρωες μυθικούς, ιούς, βακτήρια και κάποιες ιδέες.
Ρίζες, γλώσσες, τέρατα και κάνα-δυο τραγούδια, που έγραψαν άλλοι για χάρη μου. 
Φιλοξενώ φτερά και χώμα και βράχια, βροχή, ενθύμια και περιόδους ξηρασίας.
Αίμα, ορυκτά, θυσίες και μέταλλα, ενώσεις χημικές, λέξεις γνωστές και άγνωστες και έναν γαλαξία.

Κι έχω και άλλους μουσαφίρηδες: κινήσεις ζώων, διάνοιες, τα άγχη μου και μπόλικες αναστολές. Αστέρια, λιβάδια, βυθούς και όνειρα.
Την Άβυσσο.Φιλοξενώ θεούς και δαίμονες, ανατολή και δύση, ανέμους παγωμένους, κέρατα, ευχές, σημάδια και κενά – μεγάλα κενά. Ανέκφραστες σκέψεις, κρυμμένες πληγές και αυτή την φαρδιά αίσθηση του ανικανοποίητου.

Φιλοξενώ ελλείψεις, κυρίως αυτήν της προγεννητικά υποσχόμενης ελευθερίας μου, απουσίες, αδικίες, φαντασιώσεις, εκκρίσεις, ψευδαισθήσεις. Σφαίρες και τρίγωνα και σύμβολα αλχημιστικά, αριθμούς, στροβιλισμούς, γεννήσεις και θανάτους.

Έχω τριαντατρία χρόνια να βγω από το σπίτι, γιατί έχω συνέχεια μουσαφιρέους… κι ο πιο ογκώδης μουσαφίρης -είναι- η μοναξιά μου. Τους λέω πού και πού: Κάντε λίγο χώρο, ρε παιδιά, στριμωχτήκαμε! Πόσοι ακόμα να χωρέσουν εδώ μέσα;

Ακόμα όλοι εδώ είμαστε…